- διάτρητα αγγεία
- Τύπος ρωμαϊκών αγγείων από υλικό μεγάλης αξίας, τα οποία παρουσίαζαν δυσκολία στην επεξεργασία τους, εξαιτίας των σχισμών που πολύ συχνά γίνονταν κατά τη ζύμωσή τους από τον κατασκευαστή. Η ονομασία τους, άλλωστε, σημαίνει αγγεία γεμάτα σχισμές και όχι τρυπημένα. Γι’ αυτό τον λόγο οι κατασκευαστές τους αποκαλούνταν διατρητάριοι. Τα αγγεία αυτά είναι ωοειδή, γυάλινα, χωρίς πόδι, ενώ το κυρίως σώμα τους καλύπτεται από γυάλινο δίχτυ, το οποίο εφαρμόζεται στα αγγεία με τη χρήση γυάλινων ράβδων. Μόνο επτά δ.α. έχουν βρεθεί έως σήμερα, τα οποία φέρουν όλα την ίδια επιγραφή: bibe vivas multis annis (πίνε, για να ζήσεις πολλά χρόνια). Τα αγγεία αυτά συνηθίζονταν πολύ κατά τους βυζαντινούς χρόνους.
Διάτρητο αγγείο ρωμαϊκής εποχής (Αρχαιολογικό Μουσείο, Μιλάνο).
Dictionary of Greek. 2013.